An Approach to the Employee of the Greek Construction Sector
Keywords:
Informal or Flexible Labour, Private Construction Sector, Quid pro quo system, Construction Practices, Illegal Contruction, Άτυπη Εργασία, Κατασκευαστικός Κλάδος, Αντιπαροχή, Αυθαίρετη Δόμηση, Κατασκευαστικές ΠρακτικέςAbstract
Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της έκτασης και του τρόπου συμμετοχής των συντελεστών παραγωγής ενός κτιριακού έργου στον τομέα των ιδιωτικών κατασκευών, ιδιαίτερα όσον αφορά τη συμμετοχή του έμψυχου δυναμικού στην άτυπη εργασία αλλά και την επίδραση της άτυπης εργασίας στην τελική ποιότητα του κτιρίου, στην οικονομία της κατασκευής, στην ασφάλεια της κατασκευαστικής διαδικασίας και στην προσωποποίηση της θεσμικής απόδοσης ευθυνών στα εμπλεκόμενα φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Η άτυπη εργασία δεν έχει μόνο την προφανή οικονομική συνιστώσα στην οποία παραπέμπει ο όρος αλλά εν προκειμένω, έχει μια καθοριστικής σημασίας – για την ποιότητα και την οικονομία της κατασκευής – συνιστώσα η οποία σχετίζεται με την ειδίκευση (κάθ` οιονδήποτε τρόπο), τη γνωσιολογική ανεπάρκεια και την πλήρη έλλειψη πιστοποίησης σχεδόν όλων των εμπλεκομένων προσώπων στη διαδικασία παραγωγής ενός κτιριακού έργου.
Επιπλέον, καθιερώνεται δυσμενής διάταξη για όσους έχουν την επιστημονική ιδιότητα του μηχανικού ανεξάρτητα από τις παραπάνω περιγραφόμενες ιδιότητες με την επιβολή διοικητικών ποινών πριν την δικαστική τυχόν διερεύνηση του βαθμού ευθύνης τους[1]. Το γεγονός αυτό καθιστά θεσμικά έωλο το υπάρχον πλαίσιο απόδοσης διοικητικών, ποινικών και πειθαρχικών ευθυνών κυρίως έναντι των μηχανικών, δεδομένου ότι με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, νομολογία και πρακτική των δικαστηρίων, το σύνολο των ευθυνών αποδίδεται σε αυτόν (Άρθ. 5 § 3 Ν. 3212).
Ας σημειωθεί, ότι τα άλλα δύο εμπλεκόμενα μέρη της κατασκευής, στα οποία (βάσει της νομοθεσίας) αποδίδονται ευθύνες («εργολάβος» και ιδιοκτήτης) είτε είναι πρακτικά και θεσμικά ανύπαρκτα (ο «εργολάβος»), είτε είναι ουσιαστικά αδύνατον να αναλάβουν το εύρος των ευθυνών που τους αποδίδει η τρέχουσα νομοθεσία, αφού δεν πιστοποιείται καθ` οιονδήποτε τρόπο η οποιαδήποτε γενική ή ειδική γνώση τους (Άρθ. 22 Ν. 3212).
Συνεπώς, καθίσταται σαφές, ότι το διερευνώμενο θέμα έχει και άλλη μία παράλληλη συνιστώσα, δεδομένου ότι η έλλειψη πιστοποίησης και θεσμικής υπόστασης για σχεδόν όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα στον τομέα κατασκευής των ιδιωτικών έργων, επηρεάζει αρνητικά την ασφάλεια της κατασκευής και την αξιοπιστία του τελικού παραγόμενου προϊόντος
[1] Παραβιάζεται έτσι το τεκμήριο της αθωότητας και η αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Abstract
Work is a concept that has been a focus of interest since ancient times, obtaining different meanings over the ages, according to the author and historical references. The nature of work constitutes a dynamic social meaning, which is continuously modified. This is confirmed by the historical course of the phenomenon work, which began as a purely layman’s term and evolved into a totally new and complex science. A negative meaning of work is the concept of “informal work”, widely known as “black work”. This “informal work” is due to the structure of the economy of a country, as well as random, temporary economic reasons. Researchers into informal work (or labour) use several different terms, methodologies and theoretical approaches to specify it. There is no universal definition of the phenomenon, but various definitions associated with the particular perspective of each research. In this context, a number of alternative terms such as “atypical”, “uncommon”, “flexible”, or “marginal” work (or labour) on the agenda.
The purpose of this thesis is to investigate the extent and manner that the production rates of a building project participate in the private construction sector. Particularly in regards to the participation of human resources in informal work and the impact such work has on the final quality of the building, as well as in the economy of the construction, safety of the construction process and the representation of institutional accountability to the relevant natural and legal persons